ἀργής

ἀργής, -ῆτος
Grammatical information: adj.
Meaning: `brilliant white, gleaming' (Il.).
Other forms: also -έτι, -έτα (Il.)
Derivatives: Poetical enlargement ἀργησ-τής `ds.' (B.), after ὠμηστής? (Schwyzer 500 n. 1; but s. Fraenkel Nom. ag. 1, 142f.). From here ἄργήεις, Dor. -άεις, contr. ἀργᾶς (Pi.).
Origin: IE [Indo-European] [64] *h₂erǵ- `brilliant white'
Etymology: Formation as γυμνής etc. (Chantr. Form. 267), to1. ἀργός. The ablaut -ητ-\/-ετ- is of IE origin.
Page in Frisk: 1,131

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αργής — ἀργής ( ῆτος), ο, η (Α) 1. (κυρίως για αστραπή) λαμπρός, αστραφτερός 2. (κυρίως για λίπος και για ρούχα) γυαλιστερός, στιλπνός ή λευκός. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. αργ τού αργός (Ι) + επίθημα * ēt , με εκτεταμένο e αβέβαιης προέλευσης. Το επίθημα αυτό… …   Dictionary of Greek

  • ἀργής — bright masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀργῆς — Ἀργᾶς masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργῆς — ἀργέω to be unemployed pres ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀργός 1 shining fem gen sg (attic epic ionic) ἀ̱ργῆς , ἀργός 2 not working the ground fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀργῇς — Ἀργᾶς masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργῇς — ἀργέω to be unemployed pres subj act 2nd sg ἀργός 1 shining fem dat pl (epic) ἀ̱ργῇς , ἀργός 2 not working the ground fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄργης — Ἄργη fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄργης — ἄ̱ργης , ἀργέω to be unemployed imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀργέω to be unemployed imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργησταί — ἀργής bright masc nom/voc pl ἀργηστής glancing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργηστήν — ἀργής bright masc acc sg (attic epic ionic) ἀργηστής glancing masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργηστής — ἀργής bright masc nom sg ἀργηστής glancing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.